Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερβιταμινούχος < υπέρ + βιταμινούχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπερβιταμινούχος, -α, -ο

  1. υπερβολικά βιταμινούχος, που περιέχει υπερβολική ποσότητα βιταμινών
  2. (μεταφορικά) υπερεξοπλισμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία