Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιταμινούχος < βιταμίνη + -ούχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βιταμινούχος, -α/-ος, -ο

  1. το σκεύασμα ή το τρόφιμο ή το ρόφημα που περιέχει βιταμίνες, που είναι πλούσιο σε αυτές.
  2. μεταφορικά ή κατά λάθος, λέγεται από ορισμένους βιταμινούχο και ό,τι περιέχει χρήσιμα διατροφικά στοιχεία, όπως ίχνη μετάλλων, παρότι μπορεί να μην περιέχεται σε αυτό καμία βιταμίνη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία