Ετυμολογία

επεξεργασία
υδαταγωγός < υδατ- + -αγωγός

  Επίθετο

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η υδαταγωγός το υδαταγωγό
      γενική του/της υδαταγωγού του υδαταγωγού
    αιτιατική τον/την υδαταγωγό το υδαταγωγό
     κλητική υδαταγωγέ υδαταγωγό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υδαταγωγοί τα υδαταγωγά
      γενική των υδαταγωγών των υδαταγωγών
    αιτιατική τους/τις υδαταγωγούς τα υδαταγωγά
     κλητική υδαταγωγοί υδαταγωγά
Επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ός -ός -ό', Κατηγορία όπως «εξαγωγός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

υδαταγωγός, -ός, -ό

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υδαταγωγός οι υδαταγωγοί
      γενική του υδαταγωγού των υδαταγωγών
    αιτιατική τον υδαταγωγό τους υδαταγωγούς
     κλητική υδαταγωγέ υδαταγωγοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

υδαταγωγός αρσενικό

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία