Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τιμωρητικός τιμωρητική τιμωρητικό
γενική τιμωρητικού τιμωρητικής τιμωρητικού
αιτιατική τιμωρητικό τιμωρητική τιμωρητικό
κλητική τιμωρητικέ τιμωρητική τιμωρητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τιμωρητικοί τιμωρητικές τιμωρητικά
γενική τιμωρητικών τιμωρητικών τιμωρητικών
αιτιατική τιμωρητικούς τιμωρητικές τιμωρητικά
κλητική τιμωρητικοί τιμωρητικές τιμωρητικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τιμωρητικός < τιμωρώ + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τιμωρητικός, -ή, -ό

  1. που τιμωρεί
    Μαζί με αυτή την «τιμωρητική» πρακτική, η οποία δεν διαχώρισε καν τους Κύπριους πολίτες-καταθέτες (όπως έκανε, σοφά, η Ισλανδία) από τους υπόλοιπους, ήρθαν και οι περιορισμοί στη μεταφορά κεφαλαίων. (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 31/3/2013)
  2. που αποσκοπεί στην τιμωρία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία