Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεϊόδεντρο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεϊόδεντρο ουδέτερο

  1. (βοτανική) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία