Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέιον < γαλλική thé < κινεζική (tê: τσάι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέιον ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία