Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεχνητή νοημοσύνη < τεχνητή + νοημοσύνη, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική artificial intelligence

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

τεχνητή νοημοσύνη θηλυκό

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία