Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ταυρομάχος οι ταυρομάχοι
      γενική του ταυρομάχου των ταυρομάχων
    αιτιατική τον ταυρομάχο τους ταυρομάχους
     κλητική ταυρομάχε ταυρομάχοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταυρομάχος < ταυρομαχία < ταύρος + -μαχία (< μάχομαι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tav.ɾɔ.ˈma.xɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταυρομάχος αρσενικό

  1. στις ταυρομαχίες, αυτός που αγωνίζεται απέναντι σε ταύρους
  2. στις ταυρομαχίες, αυτός που θανατώνει τον ταύρο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία