Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύξυλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σύξυλος, -η -ο

  1. εμβρόντητος, άφωνος από δυσάρεστη έκπληξη
    • με παράτησε σύξυλο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αφήνω σύξυλο: αφήνω (κάποιον ή κάτι) ξαφνικά και φεύγω επειγόντως
    • τον άφησε σύξυλο και πήγε να μείνει στους γονείς της

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία