Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συνδικαλισμένος συνδικαλισμένη συνδικαλισμένο
γενική συνδικαλισμένου συνδικαλισμένης συνδικαλισμένου
αιτιατική συνδικαλισμένο συνδικαλισμένη συνδικαλισμένο
κλητική συνδικαλισμένε συνδικαλισμένη συνδικαλισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνδικαλισμένοι συνδικαλισμένες συνδικαλισμένα
γενική συνδικαλισμένων συνδικαλισμένων συνδικαλισμένων
αιτιατική συνδικαλισμένους συνδικαλισμένες συνδικαλισμένα
κλητική συνδικαλισμένοι συνδικαλισμένες συνδικαλισμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνδικαλισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνδικαλίζομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συνδικαλισμένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία