↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στενόθωρος η στενόθωρη το στενόθωρο
      γενική του στενόθωρου της στενόθωρης του στενόθωρου
    αιτιατική τον στενόθωρο τη στενόθωρη το στενόθωρο
     κλητική στενόθωρε στενόθωρη στενόθωρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στενόθωροι οι στενόθωρες τα στενόθωρα
      γενική των στενόθωρων των στενόθωρων των στενόθωρων
    αιτιατική τους στενόθωρους τις στενόθωρες τα στενόθωρα
     κλητική στενόθωροι στενόθωρες στενόθωρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
στενόθωρος < στενός + -ο- + θωρώ + -ος

  Επίθετο

επεξεργασία

στενόθωρος

  Μεταφράσεις

επεξεργασία