Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σκαλισμένος σκαλισμένη σκαλισμένο
γενική σκαλισμένου σκαλισμένης σκαλισμένου
αιτιατική σκαλισμένο σκαλισμένη σκαλισμένο
κλητική σκαλισμένε σκαλισμένη σκαλισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκαλισμένοι σκαλισμένες σκαλισμένα
γενική σκαλισμένων σκαλισμένων σκαλισμένων
αιτιατική σκαλισμένους σκαλισμένες σκαλισμένα
κλητική σκαλισμένοι σκαλισμένες σκαλισμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκαλισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκαλίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

σκαλισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: σκαλίζω

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία