Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εγχάρακτος η εγχάρακτη το εγχάρακτο
      γενική του εγχάρακτου της εγχάρακτης του εγχάρακτου
    αιτιατική τον εγχάρακτο την εγχάρακτη το εγχάρακτο
     κλητική εγχάρακτε εγχάρακτη εγχάρακτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εγχάρακτοι οι εγχάρακτες τα εγχάρακτα
      γενική των εγχάρακτων των εγχάρακτων των εγχάρακτων
    αιτιατική τους εγχάρακτους τις εγχάρακτες τα εγχάρακτα
     κλητική εγχάρακτοι εγχάρακτες εγχάρακτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγχάρακτος < εγχαράσσω + -τος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eŋˈxa.ɾa.ktos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εγχάρακτος, -η, -ο

  1. που γίνεται με εγχάραξη, με σκάλισμα
    το αγγείο φέρει εγχάρακτη διακόσμηση
  2. που έχει σημάδια εγχάραξης, είτε πρόκειται για γραφή είτε για διακόσμηση
    στην ανασκαφή βρεθηκαν εγχάρακτα όστρακα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία