Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σιμός η σιμή το σιμό
      γενική του σιμού της σιμής του σιμού
    αιτιατική τον σιμό τη σιμή το σιμό
     κλητική σιμέ σιμή σιμό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σιμοί οι σιμές τα σιμά
      γενική των σιμών των σιμών των σιμών
    αιτιατική τους σιμούς τις σιμές τα σιμά
     κλητική σιμοί σιμές σιμά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιμός < αρχαία ελληνική σιμός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σιμός

  1. (σπάνιο) κοντινός
  2. (λόγιο) πλακουτσωτός
    ※  Πήγε στο λουτρό, άνοιξε το μπουκάλι της κολόνιας και το έφερε κάτω από τις τρύπες της σιμής μύτης. (Αλέξανδρος Σχινάς, Το πρόσωπο [διήγημα])
  3. (λόγιο) πλατσομύτης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία