Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σηροτροφικός η σηροτροφική το σηροτροφικό
      γενική του σηροτροφικού της σηροτροφικής του σηροτροφικού
    αιτιατική τον σηροτροφικό τη σηροτροφική το σηροτροφικό
     κλητική σηροτροφικέ σηροτροφική σηροτροφικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σηροτροφικοί οι σηροτροφικές τα σηροτροφικά
      γενική των σηροτροφικών των σηροτροφικών των σηροτροφικών
    αιτιατική τους σηροτροφικούς τις σηροτροφικές τα σηροτροφικά
     κλητική σηροτροφικοί σηροτροφικές σηροτροφικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σηροτροφικός < σηροτρόφος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σηροτροφικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία