Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σηρ < Σήρες, λαός της δυτικής Κίνας που παρήγε το μετάξι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σηρ αρσενικό

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία