Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σαμπούκος οι σαμπούκοι
      γενική του σαμπούκου των σαμπούκων
    αιτιατική τον σαμπούκο τους σαμπούκους
     κλητική σαμπούκε σαμπούκοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
τα άνθη του σαμπούκου από μακριά...
 
...κι από κοντά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαμπούκος < (άμεσο δάνειο) ιταλική sambuco < λατινική sambucus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαμπούκος αρσενικό

  • (βοτανική) θάμνος ή μικρό δέντρο του γένους Sambucus, με οδοντωτά φύλλα, μικρά άσπρα άνθη που μοιάζουν με αστέρια, και μικρά σκουροκόκκινους ή μαύρους καρπούς· μερικά μέρη του φυτού χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική και από τους καρπούς φτιάχνεται μαρμελάδα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία