Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sambuco < λατινική sambucus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sambuco (it) αρσενικό

  1. (βοτανική) είδος θάμνου ο σαμπούκος
  2. μικρό παραδοσιακό αραβικό ιστιοφόρο με τριγωνικά πανιά (λατίνια)