Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουφοξυλιά οι κουφοξυλιές
      γενική της κουφοξυλιάς των κουφοξυλιών
    αιτιατική την κουφοξυλιά τις κουφοξυλιές
     κλητική κουφοξυλιά κουφοξυλιές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουφοξυλιά < μεσαιωνική ελληνική κουφοξυλέα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουφοξυλιά θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία