Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφροξυλιά < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφροξυλιά θηλυκό

  • θάμνος ή μικρό δέντρο που έχει μαλακό και ελαφρύ ξύλο όταν είναι σε νεαρή ηλικία (ακτή η μέλαινα)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία