Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σαλταρισμένος η σαλταρισμένη το σαλταρισμένο
      γενική του σαλταρισμένου της σαλταρισμένης του σαλταρισμένου
    αιτιατική τον σαλταρισμένο τη σαλταρισμένη το σαλταρισμένο
     κλητική σαλταρισμένε σαλταρισμένη σαλταρισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σαλταρισμένοι οι σαλταρισμένες τα σαλταρισμένα
      γενική των σαλταρισμένων των σαλταρισμένων των σαλταρισμένων
    αιτιατική τους σαλταρισμένους τις σαλταρισμένες τα σαλταρισμένα
     κλητική σαλταρισμένοι σαλταρισμένες σαλταρισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαλταρισμένος: παθητική μετοχή του σαλτάρω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

σαλταρισμένος -η -ο

μην τον ξεσυνερίζεσαι, του έτυχαν πολλά τελευταία και είναι τελείως σαλταρισμένος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία