Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαλπιγγίτιδα < σάλπιγγα + -ίτις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαλπιγγίτιδα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία