Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σακχαροδιαβήτης οι σακχαροδιαβήτες
      γενική του σακχαροδιαβήτη των σακχαροδιαβητών
    αιτιατική τον σακχαροδιαβήτη τους σακχαροδιαβήτες
     κλητική σακχαροδιαβήτη σακχαροδιαβήτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σακχαροδιαβήτης < σάκχαρο + -ο- + διαβήτης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sak.xa.ɾɔ.ði.a.ˈvi.tis/ και /sak.xa.ɾɔ.ðʝa.ˈvi.tis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σακχαροδιαβήτης αρσενικό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία