Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σίφων < αρχαία ελληνική σίφων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σίφων αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σίφων σίφωνε σίφωνες
Γενική σίφωνος σιφώνοιν σιφώνων
Δοτική σίφωνι σιφώνοιν σίφωσι(ν)
Αιτιατική σίφωνα σίφωνε σίφωνας
Κλητική σίφων σίφωνε σίφωνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σίφων < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σίφων αρσενικό