Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αἰδοῖον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αἰδοῖος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αἰδοῖον

  • (κυρίως στον πληθυντικό και έναρθρο: τὰ αἰδοῖα) το γεννητικό όργανο (άνδρα ή γυναίκας), τα απόκρυφα