Arrows blue.png Δείτε επίσης: Πόρτο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόρτο πόρτα
γενική πόρτου πόρτων
αιτιατική πόρτο πόρτα
κλητική πόρτο πόρτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. πόρτο < ιταλική porto (λιμάνι)
  2. πόρτο < Porto (πόλη της Πορτογαλίας)

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

πόρτο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος): άλλη λέξη για το λιμάνι, συνηθισμένη άλλοτε στις ελληνικές περιοχές όπου είχε εδραιωθεί περισσότερο η ενετοκρατία και η φραγκοκρατία
    Μία βραδιὰ σὲ πόρτο ξενικὸ / εἶχα μεθύσει τρομερὰ μὲ οὐίσκυ, τζὶν καὶ μπύρα (Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού)
  2. πρώτο συνθετικό ονομασίας λιμένων της Ελλάδας, υπό την επίδραση και την ονοματοθεσία κυρίως των Ενετών
    Πόρτο - Λεόνε (= το λιμάνι του Πειραιά, παλαιότερα), Πόρτο - Λάγος, Πόρτο - Κάγιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

πόρτο ουδέτερο άκλιτο

  1. γλυκό πορτογαλέζικο κρασί (από την ομώνυμη πόλη)