Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πυρακτωμένος η πυρακτωμένη το πυρακτωμένο
      γενική του πυρακτωμένου της πυρακτωμένης του πυρακτωμένου
    αιτιατική τον πυρακτωμένο την πυρακτωμένη το πυρακτωμένο
     κλητική πυρακτωμένε πυρακτωμένη πυρακτωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πυρακτωμένοι οι πυρακτωμένες τα πυρακτωμένα
      γενική των πυρακτωμένων των πυρακτωμένων των πυρακτωμένων
    αιτιατική τους πυρακτωμένους τις πυρακτωμένες τα πυρακτωμένα
     κλητική πυρακτωμένοι πυρακτωμένες πυρακτωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυρακτωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πυρακτώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πυρακτωμένος, -η, -ο

  1. κάτι που έχει γίνει διάπυρο από την υψηλή θερμοκρασία
    πυρακτωμένο σίδερο
  2. κάτι καυτό
    πυρακτωμένη άμμος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία