Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πνιγηρός πνιγηρή πνιγηρό
γενική πνιγηρού πνιγηρής πνιγηρού
αιτιατική πνιγηρό πνιγηρή πνιγηρό
κλητική πνιγηρέ πνιγηρή πνιγηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πνιγηροί πνιγηρές πνιγηρά
γενική πνιγηρών πνιγηρών πνιγηρών
αιτιατική πνιγηρούς πνιγηρές πνιγηρά
κλητική πνιγηροί πνιγηρές πνιγηρά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνιγηρός < αρχαία ελληνική πνιγηρός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pni.ʝiˈɾɔs/
συλλαβισμός: πνι‐γη‐ρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πνιγηρός, -ή, -ό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία