Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πιστόνι τα πιστόνια
      γενική του πιστονιού των πιστονιών
    αιτιατική το πιστόνι τα πιστόνια
     κλητική πιστόνι πιστόνια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πιστόνι < γαλλική piston

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.ˈstɔ.ni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πιστόνι ουδέτερο

  • το έμβολο που κινείται μέσα στον κύλινδρο μηχανών εσωτερικής καύσης

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία