Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
piston pistons

piston (fr) αρσενικό

  1. το έμβολο, το πιστόνι
  2. το μέσο, το πιστόνι
  3. τo ρουσφέτι, το βύσμα