Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περιστολή οι περιστολές
      γενική της περιστολής των περιστολών
    αιτιατική την περιστολή τις περιστολές
     κλητική περιστολή περιστολές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιστολή < (ελληνιστική κοινή) περιστολή (ευπρέπεια)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περιστολή θηλυκό

  • ο περιορισμός του μεγέθους ή της έντασης ενός πράγματος
    περιστολή δημοσίων δαπανών, περιστολή των ελευθεριών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιστολή < περιστέλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περιστολή θηλυκό

  1. το ντύσιμο, η περιβολή
  2. η διακόσμηση, ο στολισμός
  3. (ειδικότερα) η διακόσμηση για κηδεία, το νεκροστόλισμα