Δείτε επίσης: Κατηγορία:Παλαιογραφία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παλαιογραφία οι παλαιογραφίες
      γενική της παλαιογραφίας των παλαιογραφιών
    αιτιατική την παλαιογραφία τις παλαιογραφίες
     κλητική παλαιογραφία παλαιογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαιογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική paléographie < αρχαία ελληνική παλαιός + γραφή, παλαιο- + -γραφία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλαιογραφία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • {{φόντο|[[:Κατηγορία:Παλαιογραφία (νέα ελληνικά)}}

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία