Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάροδος < αρχαία ελληνική πάροδος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάροδος θηλυκό

  1. δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό
  2. η κάθε μία από τις πλάγιες εισόδους του αρχαίου θεάτρου από τις οποίες έμπαινε ο χορός στη σκηνή.
    Από την δεξιά πάροδο του θεάτρου έμπαιναν πάντοτε αυτοί που ερχόντουσαν(στο έργο) από την πόλη ή το λιμάνι, ενώ από την αριστερή αυτοί που ερχόντουσαν από την ύπαιθρο.
  3. το λυρικό τμήμα του αρχαίου θεατρικού έργου που τραγουδούσε ο χορός κατά την είσοδό του
  4. το πέρασμα κάποιου χρονικού διαστήματος, η παρέλευση κάποιου χρόνου.
    Με την πάροδο του χρόνου χτίστηκαν σχολεία.

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία