↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πάροδος οι πάροδοι
      γενική της παρόδου των παρόδων
    αιτιατική την πάροδο τις παρόδους
     κλητική πάροδε πάροδοι
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πάροδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πάροδος
(χρονικό διάστημα) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική passage[1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈpa.ɾo.ðos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πά‐ρο‐δος

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

πάροδος θηλυκό

  1. ο δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό
  2. η κάθε μία από τις πλάγιες εισόδους του αρχαίου θεάτρου από τις οποίες έμπαινε ο χορός στη σκηνή.
    από την δεξιά πάροδο του θεάτρου έμπαιναν πάντοτε αυτοί που ερχόντουσαν(στο έργο) από την πόλη ή το λιμάνι, ενώ από την αριστερή αυτοί που ερχόντουσαν από την ύπαιθρο.
  3. το λυρικό τμήμα του αρχαίου θεατρικού έργου που τραγουδούσε ο χορός κατά την είσοδό του
  4. το πέρασμα κάποιου χρονικού διαστήματος, η παρέλευση κάποιου χρόνου.
    με την πάροδο του χρόνου χτίστηκαν σχολεία.

Εκφράσεις

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία