Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ειρήσθω εν παρόδω: αρχαία ελληνική εἰρήσθω, ἐν, παρόδῳ (δοτική του πάροδος) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

ειρήσθω εν παρόδω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία