Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παρέλευση οι παρελεύσεις
      γενική της παρέλευσης
& παρελεύσεως
των παρελεύσεων
    αιτιατική την παρέλευση τις παρελεύσεις
     κλητική παρέλευση παρελεύσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρέλευση < (λόγιο) ελληνιστική κοινή παρέλευ(σις) < παρελεύσομαι, μέλλοντας του παρέρχομαι + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + έλευση

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /paˈɾɛ.lɛf.si/
συλλαβισμός: πα‐ρέ‐λευ‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρέλευση θηλυκό

  1. η πάροδος, το πέρασμα
    μετά παρέλευση ενός μήνα, λήγει η διορία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία