Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ουρλιαχτό τα ουρλιαχτά
      γενική του ουρλιαχτού των ουρλιαχτών
    αιτιατική το ουρλιαχτό τα ουρλιαχτά
     κλητική ουρλιαχτό ουρλιαχτά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουρλιαχτό < ουρλιάζω + -τό

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /uɾ.ʎaxˈto/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ουρλιαχτό ουδέτερο

  1. η άγρια και μακρόσυρτη κραυγή από ζώο ή άνθρωπο
  2. η στριγκλιά
  3. η βοή του ανέμου που μοιάζει με κραυγή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία