Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ολόσωμος < ελληνιστική κοινή ὁλόσωμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ολόσωμος, -η, -ο

  1. που δείχνει ολόκληρο το σώμα και όχι μόνο ένα μέρος του
    ολόσωμη φωτογραφία
  2. που καλύπτει ολόκληρο τον κορμό
    ολόσωμο μαγιό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία