Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ξιφομάχος οι ξιφομάχοι
      γενική του/της ξιφομάχου των ξιφομάχων
    αιτιατική τον/την ξιφομάχο τους/τις ξιφομάχους
     κλητική ξιφομάχε ξιφομάχοι
όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξιφομάχος < ξιφομαχ(ία) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός).[1] Αναλύεται σε ξίφ(ος) + -ο- + -μάχος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξιφομάχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ασκεί το άθλημα της ξιφασκίας
    • Η "γυμνή ξιφομάχος" που έγινε υπουργός στη Βενεζουέλα, αθλήτρια της ξιφασκίας...
  2. που μάχεται με ξίφος
    • εγώ σκεπτόμουν ότι πρώτη μου φορά έπιανα ξίφος, ενώ εκείνος ήτο επαγγελματίας ξιφομάχος και θα μ΄εσούβλιζε ως ορνίθιον (Εμμ. Ροϊδη, Η πρώτη του ξιφασκία)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία