Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική νοσοκομειακός νοσοκομειακή νοσοκομειακό
γενική νοσοκομειακού νοσοκομειακής νοσοκομειακού
αιτιατική νοσοκομειακό νοσοκομειακή νοσοκομειακό
κλητική νοσοκομειακέ νοσοκομειακή νοσοκομειακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νοσοκομειακοί νοσοκομειακές νοσοκομειακά
γενική νοσοκομειακών νοσοκομειακών νοσοκομειακών
αιτιατική νοσοκομειακούς νοσοκομειακές νοσοκομειακά
κλητική νοσοκομειακοί νοσοκομειακές νοσοκομειακά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νοσοκομειακός < νοσοκομείο + -ακός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νοσοκομειακός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το νοσοκομείο, αναφέρεται σ’ αυτό ή ανήκει σ’ αυτό
  2. (ουσιαστικοποιημένο) νοσοκομειακό: ασθενοφόρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία