Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική το νεογνό τα νεογνά
γενική του νεογνού των νεογνών
αιτιατική το νεογνό τα νεογνά
κλητική νεογνό νεογνά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νεογνό < αρχαία ελληνική νεογιλός (νέος + γίγνομαι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νεογνό ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

εκφράσειςΕπεξεργασία

  • «νεογιλός ο του βίου χρόνος προς τον πάντα τον αιώνα» Λουκιανός, Αλκυών ή περί μεταμορφώσεως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία