Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

νεογνά ουδέτερο

  1. νεογνό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού