Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μονοκρυσταλλικός η μονοκρυσταλλική το μονοκρυσταλλικό
      γενική του μονοκρυσταλλικού της μονοκρυσταλλικής του μονοκρυσταλλικού
    αιτιατική τον μονοκρυσταλλικό τη μονοκρυσταλλική το μονοκρυσταλλικό
     κλητική μονοκρυσταλλικέ μονοκρυσταλλική μονοκρυσταλλικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μονοκρυσταλλικοί οι μονοκρυσταλλικές τα μονοκρυσταλλικά
      γενική των μονοκρυσταλλικών των μονοκρυσταλλικών των μονοκρυσταλλικών
    αιτιατική τους μονοκρυσταλλικούς τις μονοκρυσταλλικές τα μονοκρυσταλλικά
     κλητική μονοκρυσταλλικοί μονοκρυσταλλικές μονοκρυσταλλικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μονοκρυσταλλικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μονοκρυσταλλικός, -ή, -ό

  1. αυτός του οποίου τα δομικά στοιχεία έχουν θέσεις ενός συγκεκριμένου κρυσταλλικού πλέγματος
    Το μονοκρυσταλλικό πυρίτιο προτιμάται στην κατασκευή των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, γιατί έχει γνωστή δομή.

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία