Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μισοψημένος η μισοψημένη το μισοψημένο
      γενική του μισοψημένου της μισοψημένης του μισοψημένου
    αιτιατική τον μισοψημένο τη μισοψημένη το μισοψημένο
     κλητική μισοψημένε μισοψημένη μισοψημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μισοψημένοι οι μισοψημένες τα μισοψημένα
      γενική των μισοψημένων των μισοψημένων των μισοψημένων
    αιτιατική τους μισοψημένους τις μισοψημένες τα μισοψημένα
     κλητική μισοψημένοι μισοψημένες μισοψημένα
όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μισοψημένος < μισο- (<μισός) + ψημένος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

μισοψημένος αρσενικό

  • που είναι σχεδόν ψημένος, που δεν έχει ψηθεί καλά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία