Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

μισο- < αρχαία ελληνική μέσος

  Πρόθημα 1Επεξεργασία

μισο-

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

μισο- < μισώ

  Πρόθημα 2Επεξεργασία

μισο- και μισ-

  • πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν μίσος ή αυτόν που μισεί εκείνο που δηλώνει το δεύτερο συνθετικό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία