Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μισέω < μῖσος + jω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μισέω και συνηρημένο μισῶ και παθητικό μισοῦμαι

  1. μισώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία