Arrows blue.png Δείτε επίσης: Μεσοποτάμιος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μεσοποτάμιος μεσοποτάμια μεσοποτάμιο
γενική μεσοποτάμιου μεσοποτάμιας μεσοποτάμιου
αιτιατική μεσοποτάμιο μεσοποτάμια μεσοποτάμιο
κλητική μεσοποτάμιε μεσοποτάμια μεσοποτάμιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεσοποτάμιοι μεσοποτάμιες μεσοποτάμια
γενική μεσοποτάμιων μεσοποτάμιων μεσοποτάμιων
αιτιατική μεσοποτάμιους μεσοποτάμιες μεσοποτάμια
κλητική μεσοποτάμιοι μεσοποτάμιες μεσοποτάμια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεσοποτάμιος < μέσος + -ο- + ποταμός + -ιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεσοποτάμιος

  1. που βρίσκεται ανάμεσα σε (δύο) ποταμούς
  2. άλλη μορφή του μεσοποταμιακός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία