Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μερακλίδικος η μερακλίδικη το μερακλίδικο
      γενική του μερακλίδικου της μερακλίδικης του μερακλίδικου
    αιτιατική τον μερακλίδικο τη μερακλίδικη το μερακλίδικο
     κλητική μερακλίδικε μερακλίδικη μερακλίδικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μερακλίδικοι οι μερακλίδικες τα μερακλίδικα
      γενική των μερακλίδικων των μερακλίδικων των μερακλίδικων
    αιτιατική τους μερακλίδικους τις μερακλίδικες τα μερακλίδικα
     κλητική μερακλίδικοι μερακλίδικες μερακλίδικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μερακλίδικος < μερακλ(ής) + -ίδικος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μερακλίδικος, -η, -ο (επίρρημα: μερακλίδικα)

  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στον μερακλή
    Το μερακλίδικο πουλί ποτέ φωλιά δεν κάνει, / μόν’ έτσι βασανίζεται, κι ως ότου ν’ αποθάνει. (*)
  2. που έχει φτιαχτεί με μεράκι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία