Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαραφέτι τα μαραφέτια
      γενική του μαραφετιού των μαραφετιών
    αιτιατική το μαραφέτι τα μαραφέτια
     κλητική μαραφέτι μαραφέτια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαραφέτι < τουρκική marifet < αραβική معرفة (maʿrifa, γνώση)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαραφέτι ουδέτερο

  • αντικείμενο του οποίου δεν γνωρίζουμε ή δεν θυμόμαστε την ονομασία ή δεν θέλουμε να το ονομάσουμε
    έχει από πάνω ένα στρογγυλό μαραφέτι που δεν ξέρω πως το λένε.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία