Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαμμόθρεφτος < ελληνιστική κοινή μαμμόθρεπτος < μάμμη + θρέφω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαμμόθρεφτος (και μαμόθρεφτος)

  1. που έχει ανατραφεί με πολλές φροντίδες και περιποιήσεις, καλομαθημένος, παραχαϊδεμένος, που δεν είναι σκληραγωγημένος, που είναι ευπαθής, θηλυπρεπής, και πολλές φορές εξακολουθεί να εξαρτάται από τη φροντίδα άλλων για την καθημερινότητα του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία