↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μακάβριος η μακάβρια το μακάβριο
      γενική του μακάβριου της μακάβριας του μακάβριου
    αιτιατική τον μακάβριο τη μακάβρια το μακάβριο
     κλητική μακάβριε μακάβρια μακάβριο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μακάβριοι οι μακάβριες τα μακάβρια
      γενική των μακάβριων των μακάβριων των μακάβριων
    αιτιατική τους μακάβριους τις μακάβριες τα μακάβρια
     κλητική μακάβριοι μακάβριες μακάβρια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

.

  Ετυμολογία

επεξεργασία
μακάβριος < γαλλική macabre ή το ισπανικό macabro < πιθανόν από τη λέξη Μακκαβαίος (επειδή οι νεκρικοί χοροί και οι αντίστοιχες ζωγραφιές σε εκκλησίες κατά το Μεσαίωνα ονομάζονταν και χοροί των Μακκαβαίων) ή αν η ρίζα είναι ισπανική, τότε μπορεί να προέρχεται από την αραβική λέξη που προφέρεται "μακαμπέρ" και σημαίνει νεκροταφείο


  Επίθετο

επεξεργασία

μακάβριος, -α, -ο

μακάβριες εικόνες, μακάβριο θέαμα


Εκφράσεις

επεξεργασία
  • μακάβριο χιούμορ : απόδοση του black humor ή (στο σινεμά) της μαύρης κωμωδίας
  • μακάβριος χορός : (παρωχημένο) εικόνα χορού νεκρών, βασιλιάδων και φτωχών, που συμβόλιζε τη ματαιότητα και άρχισε να ζωγραφίζεται σε πολλές ευρωπαϊκές εκκλησίες περίπου την εποχή που η Ευρώπη επλήγη από την πανώλη

  Μεταφράσεις

επεξεργασία